φωτοχαρακτική
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωτοχαρακτική < απόδοση για τη γαλλική photogravure (νόθο σύνθετο).[1][2] Μορφολογικά αναλύεται σε φωτο- + χαρακτική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωτοχαρακτική θηλυκό
- η χάραξη υλικών (μέταλλα, γυαλί κ.ά.) με τη χρήση φωτοευαίσθητων τεχνικών, διαδικασία κατά την οποία μια φωτογραφική εικόνα μεταφέρεται σε επιφάνεια και στη συνέχεια χαράσσεται
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωτοχαρακτική
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φωτοχαρακτική - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα φωτο- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)