Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωτοψία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φωταψία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωτοψία οι φωτοψίες
      γενική της φωτοψίας των φωτοψιών
    αιτιατική τη φωτοψία τις φωτοψίες
     κλητική φωτοψία φωτοψίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωτοψία (κλασικό σύνθετο), ήδη από το 1867[1] < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία όπως η νεολατινική photopsia, η γαλλική photopsie, η αγγλική photopsy/photopsia < phot- (< αρχαία ελληνική φῶς) + -opsia (< ὄψις). Μορφολογικά αναλύεται σε φωτ- + -οψία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fo.toˈpsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φωτοψία
παρώνυμο: φωταψία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωτοψία θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φωτοψία, σελ.1098, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  • φωτοψία - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  • φωτοψία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)