φωτοϋποδοχέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτοϋποδοχέας φωτοϋποδοχείς
γενική φωτοϋποδοχέα
& φωτοϋποδοχέως
φωτοϋποδοχέων
αιτιατική φωτοϋποδοχέα φωτοϋποδοχείς
κλητική φωτοϋποδοχέα φωτοϋποδοχείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(οφθαλμολογία), (οπτική), (ανατομία), (ιατρική)
ο φωτοϋποδοχέας και ο φωτοϋποδοχεύς αρσενικό

  1.  ?

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]