Μετάβαση στο περιεχόμενο

φόρα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φορά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φόρα οι φόρες
      γενική της φόρας των φορών
    αιτιατική τη φόρα τις φόρες
     κλητική φόρα φόρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόρα < μετακίνηση του τόνου της λέξης φορά για διάκριση της σημασίας < φέρω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρα θηλυκό

  • η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα
      Του έκανα νόημα να μαζευτεί, μην τον πάρουν πρέφα και γίνει το σύστριγγλο , αλλά αυτός είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε με τίποτα. (Το κορίτσι του διπλανού portal κυκλοφορεί και απορεί, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    παράδειγμα  Έπεσε με φόρα επάνω του
    παράδειγμα  Μίλησε μεγάλο, στα 3 του χρόνια, αλλά πήρε φόρα και από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα
    παράδειγμα  Είναι θρασύς, πρέπει να του κόψεις τη φόρα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

φόρα