φόρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: φορά

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρα φόρες
γενική φόρας φορών
αιτιατική φόρα φόρες
κλητική φόρα φόρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρα < μετακίνηση του τόνου της λέξης φορά για διάκριση της σημασίας < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρα θηλυκό

  1. η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα
    Προτού κάνει το άλμα, πήρε φόρα
    Έπεσε με φόρα επάνω του
    Μίλησε μεγάλο, στα 3 του χρόνια, αλλά πήρε φόρα και από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα
    Είναι θρασύς, πρέπει να του κόψεις τη φόρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

φόρα