Μετάβαση στο περιεχόμενο

φόρεσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

φόρεσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ