φόρτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόρτε < (άμεσο δάνειο) ιταλική forte

Επίρρημα

[επεξεργασία]

φόρτε

  • δυνατά (ιδίως, στη μουσική εκτέλεση → δείτε τη λέξη forte

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρτε ουδέτερο άκλιτο

  1. (μουσική, για εκτέλεση μουσικού έργου) δυνατό, μέρος ενός μουσικού έργου που παίζεται δυνατά
    Το φόρτε σημειώνεται με ένα πλάγιο ƒ, το φορτίσιμο (fortissimo) με δυο πλάγια ƒƒ.
    Δε μ' άρεσε πολύ η εκτέλεση. Το φόρτε ήταν πολύ άγριο και καθόλου εκφραστικό.
     αντώνυμα: πιάνο
  2. (μεταφορικά) το ατού, το ισχυρό σημείο ενός ανθρώπου, μιας προσωπικότητας, το ταλέντο του, ο τομέας στον οποίο είναι καλύτερος
    Η ορθογραφία δεν είναι το φόρτε του.
  3. (μεταφορικά) για προσπάθεια ή απόδοση στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων
    έκφραση: στο φόρτε

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]