φόρτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φόρτι τα φόρτια
      γενική του φορτιού των φορτιών
    αιτιατική το φόρτι τα φόρτια
     κλητική φόρτι φόρτια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρτι < ιταλική forte

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρτι ουδέτερο

  • Το πίσω μέρος του παπουτσιού ή το υλικό που μπαίνει σε αυτήν τη θέση.
Από τα κομμάτια πετσιού, το φόρτι μπαίνει πίσω στη φτέρνα, το σκληρό στη μύτη του παπουτσιού και το βάρδουλο περιμετρικά του πάτου.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]