φόρτιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρτιση φορτίσεις
γενική φόρτισης
& φορτίσεως
φορτίσεων
αιτιατική φόρτιση φορτίσεις
κλητική φόρτιση φορτίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρτιση < αρχαία ελληνική φόρτισις < φόρτος < φορτίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρτιση θηλυκό

  1. η ενέργεια του φορτίζω, η παροχή ηλεκτρικού φορτίου σε μπαταρία
  2. η αύξηση της έντασης μιας κατάστασης
  3. η έντονη συναισθηματική χροιά μιας λέξης ή φράσης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]