φόρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρτος φόρτοι
γενική φόρτου φόρτων
αιτιατική φόρτο φόρτους
κλητική φόρτε φόρτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φόρτος < αρχαία ελληνική φόρτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φόρτος αρσενικό

  1. βάρος, κόπος
  2. φόρτος εργασίας : πολλή δουλειά


32πχ Μεταφράσεις[]