φόρτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φόρτος
γενική φόρτου
αιτιατική φόρτο
κλητική φόρτε

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρτος < αρχαία ελληνική φόρτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρτος αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. βάρος, κόπος
  2. φόρτος εργασίας : πολλή δουλειά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]