Μετάβαση στο περιεχόμενο

φόρτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φόρτος οι φόρτοι
      γενική του φόρτου των φόρτων
    αιτιατική τον φόρτο τους φόρτους
     κλητική φόρτε φόρτοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόρτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρτος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfoɾ.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φόρτος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρτος αρσενικό

  1. βάρος, κόπος
  2. παράδειγμα  έκφραση: φόρτος εργασίας (πολλή δουλειά)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με θέμα φορ-

 και δείτε το ρήμα φέρω

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φόρτος οἱ φόρτοι
      γενική τοῦ φόρτου τῶν φόρτων
      δοτική τῷ φόρτ τοῖς φόρτοις
    αιτιατική τὸν φόρτον τοὺς φόρτους
     κλητική ! φόρτε φόρτοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φόρτω
γεν-δοτ τοῖν  φόρτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόρτος, ήδη ομηρικό < θέμα φορ- που συναντάμε στο ρήμα φέρω + -τος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρτος, -ου αρσενικό

  1. φορτίο (όπως φορτίο εμπορεύματος, φορτίο πλοίου)
  2. βαρύ φορτίο, βαρύ πράγμα
  3. (στην αττική διάλεκτο)
    1. κάτι φορτικό]
    2. κάτι κοινό
    3. κάτι πρόστυχο

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με θέμα φορ-

 και δείτε άλλα θέματα στο ρήμα φέρω