φόρτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φόρτος | οι | φόρτοι |
| γενική | του | φόρτου | των | φόρτων |
| αιτιατική | τον | φόρτο | τους | φόρτους |
| κλητική | φόρτε | φόρτοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φόρτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρτος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfoɾ.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φόρ‐τος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόρτος αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα φορ-
- φορτηγό, φορτηγίδα, φορτηγατζής
- φορτίζω, φορτικότητα, φορτισμένος & σύνθετα
- φορτικός
- φορτικότητα
- -φόρτι αλογοφόρτι, γαϊδουροφόρτι, μουλαροφόρτι
- φορτίο
- φορτώνω & σύνθετα, φόρτωμα, φόρτωση, φορτωτήρας, φορτωτής, φορτωτικός
→ και δείτε το ρήμα φέρω
Σύνθετα
[επεξεργασία]- φορτο- όπως ενδεικτικά φορτάμαξα, φορτοεκφόρτωση, φορτοεκφορτωτής, φορτοθυρίδα, φορτοταξί
- -φορτος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -φορτος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά άφορτος, κατάφορτος, υπέρφορτος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φόρτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- φόρτος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | φόρτος | οἱ | φόρτοι |
| γενική | τοῦ | φόρτου | τῶν | φόρτων |
| δοτική | τῷ | φόρτῳ | τοῖς | φόρτοις |
| αιτιατική | τὸν | φόρτον | τοὺς | φόρτους |
| κλητική ὦ! | φόρτε | φόρτοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φόρτω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | φόρτοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόρτος, -ου αρσενικό
- φορτίο (όπως φορτίο εμπορεύματος, φορτίο πλοίου)
- βαρύ φορτίο, βαρύ πράγμα
- (στην αττική διάλεκτο)
- κάτι φορτικό]
- κάτι κοινό
- κάτι πρόστυχο
Σύνθετα
[επεξεργασία]- φορτο- όπως ενδεικτικά φορταγωγός
- -φορτος Αρχαίες ελληνικές λέξεις με επίθημα -φορτος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά ἄφορτος, κατάφορτος
Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα φορ-
- ἄφορτος
- ἀγλαόφορτος
- ἀντιφορτίζομαι
- ἀντιφορτίζω
- ἀντίφορτος
- ἀποφορτισμός
- ἀποφορτίζομαι
- αὐτόφορτος
- βαρύφορτος
- βούφορτος
- ξηρόφορτον
- δαλματικομαφόρτης
- δύσφορτος
- ἐκφόρτιον
- ἐκφορτίζομαι
- ἐμφορτίζομαι
- ἐμφορτόομαι
- ἔμφορτος
- ἐπιφορτισμός
- ἐπιφορτίζω
- εὔφορτος
- καταφορτίζω
- κατάφορτος
- κυματοφορτίδες
- μαφόρτης [?](Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
- μυριόφορτος
- παραφορτίζομαι
- πολύφορτος
- σουβρικομαφόρτιον [?]
- συνεπιφορτίζω
- φόρταξ
- φορταγωγέω
- φορταγωγός
- φορτηγέω
- φορτηγία
- φορτηγικός
- φορτηγός
- φορτιαφόρος
- φορτικεύομαι
- φορτικός
- φορτικότης
- φόρτιμος
- φορτίον
- φορτίς
- φορτισμός
- φορτίζω & σύνθετα
- φορτοβαστάκτης
- φορτοφορῶ (φορτοφορέω)
- φορτοστόλος
- φορτῶ (κλίση φορτόω), πεφορτωμένος
→ και δείτε άλλα θέματα στο ρήμα φέρω
Πηγές
[επεξεργασία]- φόρτος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φόρτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Σελίδες για τεκμηρίωση
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)