Μετάβαση στο περιεχόμενο

φότζα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Φότζα

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φότζα οι φότζες
      γενική της φότζας των φοτζών
    αιτιατική τη φότζα τις φότζες
     κλητική φότζα φότζες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φότζα < (άμεσο δάνειο) γερμανική Fotze (μουνί, πουτάνα). Ο δανεισμός της βρισιάς προέρχεται από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής της Κρήτης, από το 1941 έως το 1945.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfo.d͡za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φότζα
ομόηχο: Φότζα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φότζα θηλυκό (μειωτικό, προφορικό, παρωχημένο, υβριστικό)

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)