φότζα
Εμφάνιση
Κρητικά (el-crt)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φότζα | οι | φότζες |
| γενική | της | φότζας | των | φοτζών |
| αιτιατική | τη | φότζα | τις | φότζες |
| κλητική | φότζα | φότζες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φότζα < (άμεσο δάνειο) γερμανική Fotze (μουνί, πουτάνα). Ο δανεισμός της βρισιάς προέρχεται από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής της Κρήτης, από το 1941 έως το 1945.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfo.d͡za/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φό‐τζα
- ομόηχο: Φότζα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φότζα θηλυκό (μειωτικό, προφορικό, παρωχημένο, υβριστικό)
- υβριστικός χαρακτηρισμός για γυναίκα· πουτάνα, πόρνη
- ※ 1969 Η Νεράιδα και το Παληκάρι, 20:26
- Εσύ δεν κάνεις το γιο σου προξενιό με μια φότζα; Χαχαχά!
- ※ 1969 Η Νεράιδα και το Παληκάρι, 20:26
Πηγές
[επεξεργασία](Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γερμανικά (κρητικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (κρητικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (κρητικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Κρητικά
- Ουσιαστικά (κρητικά)
- Μειωτικοί όροι (κρητικά)
- Προφορικοί όροι (κρητικά)
- Παρωχημένοι όροι (κρητικά)
- Υβριστικοί όροι (κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (κρητικά)
- Σελίδες για τεκμηρίωση
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)