φύλαξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φύλαξη φυλάξεις
γενική φύλαξης
& φυλάξεως
φυλάξεων
αιτιατική φύλαξη φυλάξεις
κλητική φύλαξη φυλάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύλαξη < αρχαία ελληνική φύλαξις < φυλάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύλαξη θηλυκό

  1. φρούρηση κτιρίου ή ατόμων για την προστασία τους, αλλά και ατόμων επικινδυνων για να μη δραπετεύσουν
  2. προφύλαξη, προσεκτική αποθήκευση ή διατήρηση

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]