Μετάβαση στο περιεχόμενο

φύρω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: , φυρώ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φῡ́ρω < πρωτοελληνική *pʰū́rō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (κινούμαι ορμητικά, αναβράζω, κοχλάζω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʰy̌ː.ɾɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: φῡ́ρω

φῡ́ρω

  1. υγραίνω, βρέχω, μουσκεύω κάτι στερεό ιδίως με αίμα ή δάκρυα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 162 (161-163)
    παῖδες μὲν πατέρ᾽ ἀμφὶ καθήμενοι ἔνδοθεν αὐλῆς
    δάκρυσιν εἵματ᾽ ἔφῡρον, ὁ δ᾽ ἐν μέσσοισι γεραιὸς
    ἐντυπὰς ἐν χλαίνῃ κεκαλυμμένος
    Στην αυλήν μέσα τα παιδιά στο πλάγι του πατρός τους
    εκλαίαν και στην μέσην τους ο γέρος τυλιγμένος
    μες στην χλαμύδα εντυπωτός
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  2. περιχύνω κάτι με σκόνη ή χώμα
    χρειάζεται παράθεμα
  3. ανακατεύω, προκαλώ σύγχυση, φέρνω τα πάνω κάτω
    χρειάζεται παράθεμα
  4. μολύνω
    χρειάζεται παράθεμα
  5. κακολογώ, βρίζω
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]