φύσκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύσκη < φυσάω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύσκη θηλυκό (δωρικός τύπος: φύσκα)

  1. το παχύ έντερο
  2. (ειδικότερα) το παραγεμισμένο παχύ έντερο,
  3. το λουκάνικο