χάβρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χάβρα χάβρες
γενική χάβρας (χαβρών)
αιτιατική χάβρα χάβρες
κλητική χάβρα χάβρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάβρα < τουρκική havra < εβραϊκή סעודת הבראה (seudat havra'ah)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάβρα θηλυκό

  1. (θρησκεία) η εβραϊκή συναγωγή
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) συγκέντρωση ατόμων που μιλάνε ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να μην γίνεται κατανοητό ποιος λέει τι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]