χάδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χάδι χάδια
γενική χαδιού χαδιών
αιτιατική χάδι χάδια
κλητική χάδι χάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάδι < χάιδι < μεσαιωνική ελληνική χάιδι < ηχάδιον (=κανάκεμα, τραγούδι) < ήχος + -άδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxa.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάδι ουδέτερο

θα 'θελα να σε χορτάσω όλο χάδια και φιλιά (Μ. Βαμβακάρης)
  • (μεταφορικά) απαλή αίσθηση αφής
βγαίνοντας έξω ένιωσε το χάδι του ανέμου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]