χάκερ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάκερ < αγγλική hacker

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάκερ αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. ένας άνθρωπος που αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα