χάλαζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάλαζα < αρχαία ελληνική χάλαζα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάλαζα θηλυκό




Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάλαζα < αβέβαιου ετυμ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάλαζα θηλυκό

  1. κόκος χαλάζης, το χαλάζι
    ὄμβρον . . ἠὲ χάλαζαν ἢ νιφετόν (Όμηρος)
    μή τις Διὸς κεραυνὸς ἤ τις ὀμβρία χάλαζ᾽ ἐπιρράξασα (Σοφοκλής)
    ἡ δ᾽ ἑτέρη θέρεϊ προρέει εἰκυῖα χαλάζῃ ἢ χιόνι ψυχρῇ (Στράβωνας)
  2. χιονοθύελλα, μπόρα, έντονη βροχόπτωση
  3. (μεταφορικά) βροχή λίθων ή βελών ή άλλου
    χάλαζα αἵματος (Πίνδαρος)
  4. κρύσταλλος, κάτι που μοιάζει με χαλάζι (ελληνιστική κοινή έννοια)
    λίθοι χαλάζης
  5. οίδημα, μικρό πρήξιμο, σπυρί, εξάνθημα, μικρό εξόγκωμα σε άνθρωπο, ζώο, αυγό, φυτό(ελληνιστική κοινή έννοια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • χαλαζάω (ρίχνο χαλάζι, ρίχνω κάτι πυκνό σαν το χαλάζι)
  • χαλαζήεις,-εσσα,-εν (όμοιος με χαλάζι, άγριος)