χάλασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χάλασμα χαλάσματα
γενική χαλάσματος χαλασμάτων
αιτιατική χάλασμα χαλάσματα
κλητική χάλασμα χαλάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάλασμα < μεταγενέστερη ελληνική χάλασμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάλασμα ουδέτερο

  1. η φθορά, το αποτέλεσμα του χαλώ
  2. ερείπιο, γκρεμισμένο κτίριο (καταχρηστικά, χρησιμοποιείται και ο πληθυντικός για την ίδια έννοια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάλασμα < χαλάω, -ῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάλασμα αρσενικό

  1. χαλάρωμα, λασκάρισμα
  2. η απόσταση μεταξύ δύο στρατιωτών σε φάλαγγα
  3. (ιατρική) η κήλη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]