χάλκευμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χάλκευμα < αρχαία ελληνική χάλκευμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χάλκευμα ουδέτερο
- προϊόν από χαλκό, συνήθως μικρό σκεύος
- ψευτιά, κατασκευασμένη κατηγορία, μηχανορραφία, σκευωρία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χάλκευμα
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χάλκευμα < χαλκός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χάλκευμα ουδέτερο
- οποιοδήποτε αντικείμενο από χαλκό
- στον πληθυντικό, τα χαλκεύματα: σιδερένια δεσμά
Πηγές
[επεξεργασία]- χάλκευμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χάλκευμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.