χάλυψ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| χᾰλῠβ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | χάλυψ | οἱ | χάλυβες | |
| γενική | τοῦ | χάλυβος | τῶν | χαλύβων | |
| δοτική | τῷ | χάλυβῐ | τοῖς | χάλυψῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν | χάλυβᾰ | τοὺς | χάλυβᾰς | |
| κλητική ὦ! | χάλυψ | χάλυβες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χάλυβε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | χαλύβοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'Ἄραψ' όπως «Ἄραψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χάλυψ < από το λαό των Χαλύβων στον Πόντο, οι οποίοι ήταν εξαιρετικοί μεταλλουργοί.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kʰá.lyps/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χά‐λυψ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χάλυψ, -βος αρσενικό
- (μεταλλουργία) σίδηρος, κράμα σιδήρου, χάλυβας, ατσάλι, κάθε τι εξαιρετικά σκληρό
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 1260
- ὦ ψυχὴ σκληρά, χάλυβος | λιθοκόλλητον στόμιον παρέχουσ᾽
- ω ψυχή μου σκληρή, | σα δυο πέτρες τα χείλη μου σφίξε με αρμόν | ατσαλένιο
- Μετάφραση χ.χ.: Ιωάννης Ν. Γρυπάρης), Αθήνα: Εστία @greek‑language.gr
- ὦ ψυχὴ σκληρά, χάλυβος | λιθοκόλλητον στόμιον παρέχουσ᾽
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 133
- κτύπου γὰρ ἀχὼ χάλυβος διῇξεν ἄντρων μυχόν
- γιατί ώς τα βάθη της σπηλιάς αχός σα βρόντημα βαριάς επέρασε
- Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr
- γιατί ο αχός από την κλαγγή του σίδερου ακούγεται και έξω από τη σπηλιά
- κτύπου γὰρ ἀχὼ χάλυβος διῇξεν ἄντρων μυχόν
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 1260
Πηγές
[επεξεργασία]- χάλυψ - ΜΟΡΦΩ (αγγλικά) Μορφολογικό ευρετήριο για την αρχαία ελληνική γλώσσα Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.
- χάλυψ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χάλυψ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'Ἄραψ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'Ἄραψ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'Ἄραψ' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'Ἄραψ' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταλλουργία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)