Μετάβαση στο περιεχόμενο

χάραμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χάραμα τα χαράματα
      γενική του (χαράματος)
    αιτιατική το χάραμα τα χαράματα
     κλητική χάραμα χαράματα
Οι γενικές πτώσεις, δύσχρηστες.
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χάραμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάραγμα με αφομοίωση [ɣm] > mm και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [mm] > [m] [1] Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χάραγμα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈxa.ɾa.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χάραμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χάραμα ουδέτερο [2]

  1. το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος
      Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)
      Μέσα από τούς λίγους ... στίχους του δίνεται τό τοπίο, ή δράση, τά πρόσωπα καί ὁ λόγος μέ συμβολικά, μαγικά, λογοτεχνικά στοιχεῖα μέσα ἀπ' τὰ ὁποῖα ἀναδύεται μία ἱερή τελετουργική γονιμική ατμόσφαιρα καί μυητική δράση: ὁ ἱερός τόπος (πυκνή ὑδροχαρής βλάστηση, χτισμένη πηγή, ἱερός οἶκος γυναικείας θεότητας)· ή πάρωρη, ἄφωνη ὥρα (μεσημέρι ἤ χαράματα, ἄν κρίνουμε ἀπό τήν αναφορά τοῦ φαγητοῦ καί τό γεγονός ὅτι τά μεσάνυχτα τοποθετούνται σε παρελθόντα χρόνο) ... (Το νερό πηγή ζωής, κίνησης, καθαρμού, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης. Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, 1999, σελ. 62 )
     συνώνυμα: αυγή, χαραυγή
  2. και σε επιρρηματική χρήση
    παράδειγμα  έφυγε χαράματα
     συνώνυμα: μετά την ανατολή του ήλιου: πρωί πρωί, πρωινιάτικα, ξημερώματα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χάραμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. «χάραμα» (με σχόλιο: χωρίς γενική) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)