χάραμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χάραμα τα χαράματα
      γενική του χαράματος των χαραμάτων
    αιτιατική το χάραμα τα χαράματα
     κλητική χάραμα χαράματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάραμα < αρχαία ελληνική χάραγμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάραμα ουδέτερο (και χάραγμα)

  • το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος
το χάραμα με την ανατολή του ήλιου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]