χάραμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χάραμα χαράματα
γενική χαράματος χαραμάτων
αιτιατική χάραμα χαράματα
κλητική χάραμα χαράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάραμα < αρχαία ελληνική χάραγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάραμα ουδέτερο (και χάραγμα)

  1. το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]