χάρμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χάρμα
γενική -
αιτιατική χάρμα
κλητική -
Ως κύριο όνομα (τοπωνύμιο)
έχει τη γενική Χάρματος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρμα < αρχαία ελληνική χάρμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρμα ουδέτερο

  • κάτι το πολύ ωραίο, το εξαιρετικό (που μας ευχαριστεί, καθώς το κοιτάζουμε)
    χάρμα το καινούριο συνολάκι σου!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

χάρμα ουδέτερο

  • πολύ ωραία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χάρμα χάρματε χάρματα
Γενική χάρματος χαρμάτοιν χαρμάτων
Δοτική χάρματι χαρμάτοιν χάρμασι
Αιτιατική χάρμα χάρματε χάρματα
Κλητική χάρμα χάρματε χάρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρμα < χαίρω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρμα ουδέτερο

  1. κάτι που προξενεί χαρά
  2. η χαρά
  3. χαρά από κάτι αρνητικό, η χαιρεκακία