χάρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χάρος χάροι
γενική χάρου χάρων
αιτιατική χάρο χάρους
κλητική χάρε χάροι
ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρος < αρχαία ελληνική Χάρων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρος αρσενικό

  • η προσωποποίηση του θανάτου
    Προσπαθούσαμε να τα πλησιάσουμε, αλλά μας φοβούνταν, σαν να ήμασταν οι χάροι τους. (*)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κι όποιον πάρει ο χάρος: λέγεται για να δηλώσουμε την απόφαση να προχωρήσουμε σε μια ενέργεια πιθανόν επικίνδυνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]