χάσμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάσμη < χασμάομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάσμη θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]