χάφτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χάφτω < μεσαιωνική ελληνική χάπτω < αρχαία ελληνική κάπτω (αρπάζω και καταπίνω πεινασμένα)

Open book 01.svg Ρήμα[]

χάφτω και χάβω, , παρατ.: έχαφτα, στιγμ. μέλλ.: θα χάψω, αόρ.: έχαψα

δείτε τη λέξη: χάβω