χέζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χέζομαι < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

χέζομαι

  1. νοιώθω την φυσική ανάγκη να αποπατήσω
  2. (με, ή απλά εννοώντας, το επίρρημα: πάνω μου) χέζω επάνω μου και λερώνομαι
  3. (μεταφορικά), (με κάποιον) τσακώνομαι
  4. (μεταφορικά), (οικείο), (ειρωνικό) (μόνο στον αόριστο) δεν με ενδιαφέρει
    χεστήκαμε αν πήρε ή δεν πήρε βραβείο ο φίλος σου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χέζομαι στο τάλιρο : γίνομαι πλούσιος
  • χέστηκε η φοράδα στο αλώνι (χέστηκ' η φοράδα στ' αλώνι) : δεν έγινε και τίποτε σπουδαίο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]