χέζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χέζω < αρχαία ελληνική χέζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéd-

Ρήμα[επεξεργασία]

χέζω (παθητική φωνή: χέζομαι)

  1. (χυδαίο) αφοδεύω
  2. (οικείο) μιλάω πολύ άσχημα σε κάποιον για να τον επαναφέρω στην τάξη
    Συνώνυμα ξεχέζω
  3. (οικείο) παύω να ενδιαφέρομαι ή να ασχολούμαι με κάτι ή κάποιον (για να δοθεί έμφαση)
    Συνώνυμα κλάνω, αφήνω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μη χέσω: για να δείξουμε ότι απορρίπτουμε κάτι, έκφραση θυμού ή διαφωνίας
  • χέσε μέσα: σε έκφραση απογοήτευσης ή απαισιοδοξίας, επειδή τα πράγματα πήγαν ή θα πάνε στραβά (σκωπτικότερα: χέσ' μέσ' )
  • χέσε ψηλά κι αγνάντευε: για μάταιη κατάσταση, ανίκανο άνθρωπο ή χειρισμό, παλιοκατάσταση
  • χέσε Μάη μου να φας τριφύλλι: σκωπτική παραφθορά του ρητού "ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι", καλά κρασιά, παλιοκατάσταση, για αέναη αναβλητικότητα
  • χέστηκα: δεν με νοιάζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χέζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéd-

Ρήμα[επεξεργασία]

χέζω

  • χέζω, αποπατώ (απαντάται κυρίως στον Αριστοφάνη και φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείτο γενικά στο γραπτό λόγο παρά μόνον αργότερα, στα ελληνιστικά χρόνια και στο μεσαίωνα)

Σύνθετα[επεξεργασία]

καταχέομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἐλευθέρα Κόρκυρα, χέζ᾽ ὅπου θέλεις : προσβλητική έκφραση των Ρωμαίων για τον ξεπεσμό της Κέρκυρας (Στράβωνας, 7ο β. 1.8)

Πηγές[επεξεργασία]