χέζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χέζω < αρχαία ελληνική χέζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χέζω

  1. (χυδαίο) αφοδεύω
  2. (οικείο) μιλάω πολύ άσχημα σε κάποιον για να τον επαναφέρω στην τάξη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα ξεχέζω
  3. (οικείο) παύω να ενδιαφέρομαι ή να ασχολούμαι με κάτι ή κάποιον (για να δοθεί έμφαση)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα κλάνω, αφήνω

Εκφράσεις[]

  • μη χέσω: για να δείξουμε ότι απορρίπτουμε κάτι
  • χέσε μέσα: σε έκφραση απογοήτευσης ή απαισιοδοξίας, επειδή τα πράγματα πήγαν ή θα πάνε στραβά
  • χέσε ψηλά κι αγνάντευε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χέζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

χέζω

  • χέζω, αποπατώ, (απαντάται κυρίως στον Αριστοφάνη και φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείτο γενικά στο γραπτό λόγο παρά μόνον αργότερα, στα ελληνιστικά χρόνια και στο μεσαίωνα)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

καταχέομαι

Εκφράσεις[]

  • ἐλευθέρα Κόρκυρα, χέζ᾽ ὅπου θέλεις : προσβλητική έκφραση των Ρωμαίων για τον ξεπεσμό της Κέρκυρας (Στράβωνας, 7ο β. 1.8)