χέσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χέσιμο τα χεσίματα
      γενική του χεσίματος των χεσιμάτων
    αιτιατική το χέσιμο τα χεσίματα
     κλητική χέσιμο χεσίματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χέσιμο < χέζω (θέμα αορίστου χεσ-) + -ιμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χέσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του χέζω, η αφόδευση
  2. (χυδαίο) η σφοδρή επίπληξη
    με φώναξε ο προϊστάμενος στο γραφείο του κι έφαγα ένα χέσιμο!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (χυδαίο) ο γέρος θα πάει ή από πέσιμο ή από χέσιμο
  • (χυδαίο) τρώω χέσιμο: με επιπλήττουν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]