χήμη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χήμη < χάσκω ή χαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χήμη θηλυκό ( ίσως & χημίον)

  1. χασμουρητό
  2. όστρακο που χρησιμοποιούσαν ως μέτρο χωρητικότητας
    χῆμαι δὲ θαλάττιαι ζῷόν εἰσι... αἳ μὲν γὰρ αὐτῶν τραχεῖαι πεφύκασιν, αἳ δὲ λεῖαι πάνυ, τὰς μὲν τοῖς δακτύλοις πιέσας συνθλάσεις, τὰς δὲ συντρίψεις λίθῳ: καὶ αἳ μὲν αὐτῶν μελάνταται τὴν χρόαν εἰσίν, αἳ δέ, ἀργύρῳ φαίης...