χήν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χήν χῆνε χῆνες
Γενική χηνός χηνοῖν χηνῶν
Δοτική χηνί χηνοῖν χησί(ν)
Αιτιατική χῆν χῆνε χῆνας & χένας
Κλητική χήν χῆνε χῆνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰh₂éns (χήνα). Συγγενές με: (λατινικά) anser, (σανσκριτικά) हंस (haṃsa), (ρωσικά) гусь (gus'), (παλαιοϊρλανδικά) géiss και (αγγλοσαξονικά) gōs, (αγγλικά goose)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χήν αρσενικό ή θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]