Μετάβαση στο περιεχόμενο

χίμετλον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ χίμετλον τὰ χίμετλ
      γενική τοῦ χιμέτλου τῶν χιμέτλων
      δοτική τῷ χιμέτλ τοῖς χιμέτλοις
    αιτιατική τὸ χίμετλον τὰ χίμετλ
     κλητική ! χίμετλον χίμετλ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χιμέτλω
γεν-δοτ τοῖν  χιμέτλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χίμετλον < χεῖμα  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
χίμετλον, -ου ουδέτερο
  1. πληγή από το κρύο στα δάχτυλα, χιονίστρα
  2. ξεπάγιασμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]