χίτικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: χτικιό

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

χίτικο αρσενικό ή ουδέτερο

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χίτικος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χίτικος