Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαζομάρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαζομάρα οι χαζομάρες
      γενική της χαζομάρας
    αιτιατική τη χαζομάρα τις χαζομάρες
     κλητική χαζομάρα χαζομάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαζομάρα < χαζός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαζομάρα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του χαζού, η έλλειψη εξυπνάδας
  2. ανόητη ενέργεια
      Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]