χαζο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαζο- < χαζός

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

χαζο- ή χαζό-

α΄ συνθετικό λέξης που δηλώνει:
  1. ανοησία, αφέλεια
  2. έλλειψη σοβαρότητας, συνήθως λόγω συναισθηματικής φόρτισης
  3. κάτι χωρίς σημασία

Σύνθετα[επεξεργασία]