Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαιρετώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαιρετώ < χαίρω

χαιρετώ

  1. χαιρετίζω, απευθύνω χαιρετισμό
      χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
    παράδειγμα  Χαιρετώ τα πλήθη (χαριτολογώντας όταν μπαίνουμε σε μια συντροφιά)
    παράδειγμα  Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα! (από ελληνική ταινία)
  2. χρήση του ρήματος για αποχαιρετισμό
    παράδειγμα  Εγώ σας χαιρετώ, γιατί αύριο πρέπει να ξυπνήσω νωρίς
    παράδειγμα  Χαιρετώ! Πρέπει να πάω σε σημαντικό ραντεβού

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  1. Καλά... Χαιρέτα μας τον πλάτανο! (για κάτι που δεν πρόκειται να γίνει ή για την ασυνεννοησία)
  2. Βρε άι χαιρέτα μας! (παράτα μας, φύγε από εδώ)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]