χαλάζι

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλάζι χαλάζια
γενική χαλαζιού χαλαζιών
αιτιατική χαλάζι χαλάζια
κλητική χαλάζι χαλάζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

χαλάζι < μεσαιωνική ελληνική χαλάζιν < χαλάζιον < αρχαία ελληνική χάλαζα + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

χαλάζι ουδέτερο

  1. μορφή υετού από σφαιρικά συνήθως κομμάτια πάγου διαφόρων μεγεθών
    είν' τα χιόνια σας πολλά και τα χαλάζια λίγα (δημοτικό)
  2. το καθένα από τα σφαιρικά αυτά κομμάτια πάγου
    το χαλάζι ήταν στο μέγεθος της φακής
  3. η χαλαζόπτωση
  4. (μεταφορικά) οτιδήποτε υλικό ή άυλο επιπίπτει με μεγάλη ορμή
    οι πέτρες έπεφταν χαλάζι

Σύνθετα[edit]

Δείτε επίσης[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]