χαλάρωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλάρωμα χαλαρώματα
γενική χαλαρώματος χαλαρωμάτων
αιτιατική χαλάρωμα χαλαρώματα
κλητική χαλάρωμα χαλαρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλάρωμα < χαλαρώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλάρωμα ουδέτερο (δόκιμο στον ενικό)

  1. (για ανθρώπους) το αποτέλεσμα του χαλαρώνω, η χαλάρωση, σωματική (με χαλάρωση των μυών) και ψυχική (με αποφυγή του στρες)
  2. το να αφήνεται μπόσικο, λάσκα κάτι που σφίγγει -ένα σκοινί, μια ζώνη, ο κόμπος της γραβάτας
  3. το να γίνεται χαλαρό κάτι που πολλοί θεωρούν χρήσιμο να είναι σφιχτό (οικογενειακοί δεσμοί, ηθική, η σχέση του ατόμου με τη θρησκεία κ.α.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]