χαλάω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλάω < αρχαία ελληνική χαλάω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαλάω (ασυναίρετη μορφή του ρήματος χαλώ)



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλάω < προελληνική

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαλάω (συνηρημένο: χαλῶ)

  1. χαλαρώνω (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
    χαλᾶσθαι τόξα, νεῦρα, τόν πόδα, δεσμά, ἱστόν με αντώνυμο το συντείνειν
    (μεταφορικά) χαλᾶσθαι τὰ τῆς πολιτείας, με αντώνυμο το ἐπιτείνειν
  2. λύνω κάτι δεμένο
  3. ανοίγω τις πύλες, στις φράσεις κλῇθρα χάλασον και πύλας μοχλοῖς χαλᾶτε

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Ενεργ. ενεστ. χαλάω' και επικός τύπος χαλαίνω, μέλλων χαλάσω, αορ. ἐχάλασα επικός τύπος και χάλασσα, παρακ. κεχάλακα
Παθ. αόρ. ἐχαλάσθην', παρακ. κεχάλασμαι υπερσ. ἐκεχαλάσμην


Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τὴν ὀργήν χάλασον: χαλάρωσε, ας το πάρει το ποτάμι, κάνε πέρα την οργή, παράβλεψέ το

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]