χαλίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλίκι χαλίκια
γενική χαλικιού χαλικιών
αιτιατική χαλίκι χαλίκια
κλητική χαλίκι χαλίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαλίκι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χαλίκι ουδέτερο

  • ένα μικρό κομμάτι βράχου, συνήθως από λατομείο, που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για πρόχειρη επίστρωση δρόμων

32πχ Μεταφράσεις[]