χαλίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαλίκι τα χαλίκια
      γενική του χαλικιού των χαλικιών
    αιτιατική το χαλίκι τα χαλίκια
     κλητική χαλίκι χαλίκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλίκι < αρχαία ελληνική χάλιξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλίκι ουδέτερο

  1. ένα μικρό κομμάτι βράχου, συνήθως από λατομείο, που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για πρόχειρη επίστρωση επιφανειών (δρόμων, διαδρόμων, αυλών)
  2. στη γεωλογία το χαλίκι ανήκει στα κλαστικά ιζήματα, και στην υποκατηγορία τους "κροκάλες-λατύπες" με προσδιορισμό μεγέθους τα 4 έως 64 χιλ.

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]