Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλαμπαλίκι

Από Βικιλεξικό

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλαμπαλίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλαμπαλίκι με τροπή άρθρωσης [k] > [x], όπως στα... (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)  και δείτε περισσότερα στο καλαμπαλίκι οθωμανική τουρκική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαλαμπαλίκι ουδέτερο (πληθυντικός: χαλαμπαλίκια)

  1. συνωστισμός  δείτε και το μεσαιωνικό καλαμπαλίκι
  2. οχλοβοή, φασαρία (όπως καλαμπαλίκι στην κοινή νεοελληνική)
     συνώνυμα: ο τύπος καλαπαλούκι με σημασία αναστάτωση
  3. μεγάλος φόρτος εργασίας σε χώρους εργαστηρίων βιομηχανικών, σε παρατήρια
  4. και στον πληθυντικό χαλαμπαλίκια το πέος και οι όρχεις (όπως καλαμπαλίκια και στην κοινή νεοελληνική)
  • Κασσωτάκης, Μιχάλης (2021). Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.797
  • Ορφανός, Βασίλης (2020). Τουρκικά δάνεια στα Ελληνικά της Κρήτης, Propylaeum, Heidelberg University Library 2020 (DOI), download.σελ.1-405.pdf, 1η έκδοση:2014