χαλαμπαλίκι
Εμφάνιση
Κρητικά (el-crt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαλαμπαλίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλαμπαλίκι με τροπή άρθρωσης [k] > [x], όπως στα... (Χρειάζεται τεκμηρίωση…) → και δείτε περισσότερα στο καλαμπαλίκι οθωμανική τουρκική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαλαμπαλίκι ουδέτερο (πληθυντικός: χαλαμπαλίκια)
- συνωστισμός → δείτε και το μεσαιωνικό καλαμπαλίκι
- οχλοβοή, φασαρία (όπως καλαμπαλίκι στην κοινή νεοελληνική)
- ≈ συνώνυμα: ο τύπος καλαπαλούκι με σημασία αναστάτωση
- μεγάλος φόρτος εργασίας σε χώρους εργαστηρίων βιομηχανικών, σε παρατήρια
- και στον πληθυντικό χαλαμπαλίκια το πέος και οι όρχεις (όπως καλαμπαλίκια και στην κοινή νεοελληνική)
Πηγές
[επεξεργασία]- Κασσωτάκης, Μιχάλης (2021). Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.797
- Ορφανός, Βασίλης (2020). Τουρκικά δάνεια στα Ελληνικά της Κρήτης, Propylaeum, Heidelberg University Library 2020 (DOI), download.σελ.1-405.pdf, 1η έκδοση:2014