χαλαρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλαρώνω < αρχαία ελληνική χαλαρόω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαλαρώνω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι χαλαρό (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
    χαλάρωσε λίγο τη σέλα γιατί θα σκάσει το άλογο
    προσπάθησε να χαλαρώσεις τον καπετάνιο γιατί θα μας πετάξει σε καμιά ξέρα
  2. (αμετάβατο) γίνομαι χαλαρός (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
    δεν χαλαρώνουν άλλο τα σχοινιά γιατί έχουν ένα κόμπο ακριβώς εκεί που είναι δεμένα
    το απόγευμα πίνω ένα τσάι για να χαλαρώσω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]