χαλαρώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαλαρώνω < αρχαία ελληνική χαλαρόω, -ῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]χαλαρώνω
- (μεταβατικό) κάνω κάτι χαλαρό (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
- χαλάρωσε λίγο τη σέλα, γιατί θα σκάσει το άλογο
- προσπάθησε να χαλαρώσεις τον καπετάνιο, γιατί θα μας πετάξει σε καμιά ξέρα
- ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- (αμετάβατο) γίνομαι χαλαρός (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
- δε χαλαρώνουν άλλο τα σχοινιά, γιατί έχουν έναν κόμπο ακριβώς εκεί που είναι δεμένα
- το απόγευμα πίνω ένα τσάι για να χαλαρώσω
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χαλαρώνω | χαλάρωνα | θα χαλαρώνω | να χαλαρώνω | χαλαρώνοντας | |
| β' ενικ. | χαλαρώνεις | χαλάρωνες | θα χαλαρώνεις | να χαλαρώνεις | χαλάρωνε | |
| γ' ενικ. | χαλαρώνει | χαλάρωνε | θα χαλαρώνει | να χαλαρώνει | ||
| α' πληθ. | χαλαρώνουμε | χαλαρώναμε | θα χαλαρώνουμε | να χαλαρώνουμε | ||
| β' πληθ. | χαλαρώνετε | χαλαρώνατε | θα χαλαρώνετε | να χαλαρώνετε | χαλαρώνετε | |
| γ' πληθ. | χαλαρώνουν(ε) | χαλάρωναν χαλαρώναν(ε) |
θα χαλαρώνουν(ε) | να χαλαρώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χαλάρωσα | θα χαλαρώσω | να χαλαρώσω | χαλαρώσει | ||
| β' ενικ. | χαλάρωσες | θα χαλαρώσεις | να χαλαρώσεις | χαλάρωσε | ||
| γ' ενικ. | χαλάρωσε | θα χαλαρώσει | να χαλαρώσει | |||
| α' πληθ. | χαλαρώσαμε | θα χαλαρώσουμε | να χαλαρώσουμε | |||
| β' πληθ. | χαλαρώσατε | θα χαλαρώσετε | να χαλαρώσετε | χαλαρώστε | ||
| γ' πληθ. | χαλάρωσαν χαλαρώσαν(ε) |
θα χαλαρώσουν(ε) | να χαλαρώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω χαλαρώσει | είχα χαλαρώσει | θα έχω χαλαρώσει | να έχω χαλαρώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις χαλαρώσει | είχες χαλαρώσει | θα έχεις χαλαρώσει | να έχεις χαλαρώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει χαλαρώσει | είχε χαλαρώσει | θα έχει χαλαρώσει | να έχει χαλαρώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε χαλαρώσει | είχαμε χαλαρώσει | θα έχουμε χαλαρώσει | να έχουμε χαλαρώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε χαλαρώσει | είχατε χαλαρώσει | θα έχετε χαλαρώσει | να έχετε χαλαρώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν χαλαρώσει | είχαν χαλαρώσει | θα έχουν χαλαρώσει | να έχουν χαλαρώσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαλαρώνω
|