χαλασμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | χαλασμός | οι | χαλασμοί |
| γενική | του | χαλασμού | των | χαλασμών |
| αιτιατική | τον | χαλασμό | τους | χαλασμούς |
| κλητική | χαλασμέ | χαλασμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαλασμός < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαλασμός ουδέτερο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- γίνεται χαλασμός, γίνεται χαλασμός Κυρίου → δείτε την έκφραση: χαλάει ο κόσμος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαλασμός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαλασμός αρσενικό
- το χαλάρωμα
Ταυτόσημα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χαλασμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)