χαλεπός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | χαλεπός | η | χαλεπή | το | χαλεπό |
| γενική | του | χαλεπού | της | χαλεπής | του | χαλεπού |
| αιτιατική | τον | χαλεπό | τη | χαλεπή | το | χαλεπό |
| κλητική | χαλεπέ | χαλεπή | χαλεπό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | χαλεποί | οι | χαλεπές | τα | χαλεπά |
| γενική | των | χαλεπών | των | χαλεπών | των | χαλεπών |
| αιτιατική | τους | χαλεπούς | τις | χαλεπές | τα | χαλεπά |
| κλητική | χαλεποί | χαλεπές | χαλεπά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαλεπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαλεπός [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xa.leˈpos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χα‐λε‐πός
Επίθετο
[επεξεργασία]χαλεπός
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χαλεπός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]χαλεπός < άγνωστης ετυμολογίας [1] Ίσως προελληνική
Επίθετο
[επεξεργασία]χαλεπός, -ή, -όν, συγκριτικός : χαλεπώτερος, υπερθετικός : χαλεπώτατος
- ο δύσκολος και περίπλοκος κατά τον ορισμό του Πλάτωνα και του Σιμωνίδη
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πρωταγόρας, 341f
- ἀλλ᾽ ἐγώ εὖ οἶδ᾽ ὅτι καί Σιμωνίδης τό χαλεπὸν ἔλεγεν ὅπερ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οὐ τό κακόν, ἀλλ᾽ "ὃ ἂν μή ῥᾴδιον ᾖ ἀλλά διά πολλῶν πραγμάτων γίγνηται".
- Γιατί εγώ ξέρω καλά ότι και ο Σιμωνίδης στη λέξη «δύσκολο» δίνει τη σημασία που της δίνουμε κι εμείς οι άλλοι, δηλαδή όχι κάτι κακό, παρά κάτι που δεν είναι εύκολο, αλλά το πετυχαίνουμε με πολύ κόπο (Μετάφραση: Ηλίας Σπυρόπουλος)
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πρωταγόρας, 341f
- λυπηρός, οδυνηρός, δύσκολος, βαρύς, δυσχερής, που τον αντέχεις δύσκολα, συχνά σε απρόσωπη σύνταξη
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης , Ὀλυνθιακὸς α΄ @greek-language.gr
- χαλεπόν <ἐστι> τό γῆρας, ὁ μόχθος, ἡ ὀνείδη, χαλεπά τά ἔπεα
- χαλεπόν ληφθῆναι ὁ τόπος : είναι δύσκολο να καταληφθεί αυτή η περιοχή
- τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον: είναι πιο δύσκολο να διατηρήσεις τα πλούτη από το να τα αποκτήσεις
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης , Ὀλυνθιακὸς α΄ @greek-language.gr
- κινδυνώδης, επικίνδυνος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 20 (Υ. Θεομαχία.), στίχ. 131
- χαλεποί θεοί ἐναργεῖς φαίνεσθαι : όταν παρουσιάζονται οι θεοί, κάποιος κίνδυνος παραμονεύει
- ※ χαλεποί λιμένες, χαλεπή θάλασσα : επικίνδυνα λιμάνια, επικίνδυνα νερά
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 20 (Υ. Θεομαχία.), στίχ. 131
- με ένταση μεγάλη, φοβερός, ισχυρός
- τό χαλεπόν τοῦ πνεύματος : η μεγάλη ένταση του ανέμου
- δύσκολος στην πρόσβαση, δύσβατος
- χωρία χαλεπά καὶ πετρώδη
- (για πρόσωπα) οργίλος, άγριος, αυστηρός, τραχύς, ιδιότροπος, που είναι πολύ δύσκολο να συνεννοηθείς μαζί του
- χαλεπώτεροι πάροικοι, χαλεπός βασιλεύς
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- χαλεπὰ τὰ καλά :
- χαλεπὸν ὁ βίος : η ζωή είναι δύσκολη
- χαλεπώτατα ζῆν: τα φέρνει βόλτα πολύ δύσκολα, σχεδόν δεν τα βγάζει πέρα, μίζερη ζωή
- χαλεπόν ἐστί μοι: μου είναι δύσκολο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- χαλεπός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χαλεπός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Δημοσθένη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα grc (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)