Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλεπός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαλεπός η χαλεπή το χαλεπό
      γενική του χαλεπού της χαλεπής του χαλεπού
    αιτιατική τον χαλεπό τη χαλεπή το χαλεπό
     κλητική χαλεπέ χαλεπή χαλεπό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαλεποί οι χαλεπές τα χαλεπά
      γενική των χαλεπών των χαλεπών των χαλεπών
    αιτιατική τους χαλεπούς τις χαλεπές τα χαλεπά
     κλητική χαλεποί χαλεπές χαλεπά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλεπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαλεπός [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.leˈpos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαλεπός

Επίθετο

[επεξεργασία]

χαλεπός

  1. δύσκολος, επίπονος
  2. δυσάρεστος, επαχθής

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική χαλεπός χαλεπή τὸ χαλεπόν
      γενική τοῦ χαλεποῦ τῆς χαλεπῆς τοῦ χαλεποῦ
      δοτική τῷ χαλεπ τῇ χαλεπ τῷ χαλεπ
    αιτιατική τὸν χαλεπόν τὴν χαλεπήν τὸ χαλεπόν
     κλητική ! χαλεπέ χαλεπή χαλεπόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ χαλεποί αἱ χαλεπαί τὰ χαλεπᾰ́
      γενική τῶν χαλεπῶν τῶν χαλεπῶν τῶν χαλεπῶν
      δοτική τοῖς χαλεποῖς ταῖς χαλεπαῖς τοῖς χαλεποῖς
    αιτιατική τοὺς χαλεπούς τὰς χαλεπᾱ́ς τὰ χαλεπᾰ́
     κλητική ! χαλεποί χαλεπαί χαλεπᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ χαλεπώ τὼ χαλεπᾱ́ τὼ χαλεπώ
      γεν-δοτ τοῖν χαλεποῖν τοῖν χαλεπαῖν τοῖν χαλεποῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

χαλεπός < άγνωστης ετυμολογίας [1] Ίσως προελληνική

Επίθετο

[επεξεργασία]

χαλεπός, -ή, -όν, συγκριτικός:  χαλεπώτερος, υπερθετικός:  χαλεπώτατος

  1. ο δύσκολος και περίπλοκος κατά τον ορισμό του Πλάτωνα και του Σιμωνίδη
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πρωταγόρας, 341f
    ἀλλ᾽ ἐγώ εὖ οἶδ᾽ ὅτι καί Σιμωνίδης τό χαλεπὸν ἔλεγεν ὅπερ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οὐ τό κακόν, ἀλλ᾽ "ὃ ἂν μή ῥᾴδιον ᾖ ἀλλά διά πολλῶν πραγμάτων γίγνηται".
    Γιατί εγώ ξέρω καλά ότι και ο Σιμωνίδης στη λέξη «δύσκολο» δίνει τη σημασία που της δίνουμε κι εμείς οι άλλοι, δηλαδή όχι κάτι κακό, παρά κάτι που δεν είναι εύκολο, αλλά το πετυχαίνουμε με πολύ κόπο (Μετάφραση: Ηλίας Σπυρόπουλος)
  2. λυπηρός, οδυνηρός, δύσκολος, βαρύς, δυσχερής, που τον αντέχεις δύσκολα, συχνά σε απρόσωπη σύνταξη
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης , Ὀλυνθιακὸς α΄ @greek-language.gr
    χαλεπόν <ἐστι> τό γῆρας, ὁ μόχθος, ἡ ὀνείδη, χαλεπά τά ἔπεα
    χαλεπόν ληφθῆναι ὁ τόπος : είναι δύσκολο να καταληφθεί αυτή η περιοχή
    τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον: είναι πιο δύσκολο να διατηρήσεις τα πλούτη από το να τα αποκτήσεις
  3. κινδυνώδης, επικίνδυνος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 20 (Υ. Θεομαχία.), στίχ. 131
    χαλεποί θεοί ἐναργεῖς φαίνεσθαι : όταν παρουσιάζονται οι θεοί, κάποιος κίνδυνος παραμονεύει
      χαλεποί λιμένες, χαλεπή θάλασσα : επικίνδυνα λιμάνια, επικίνδυνα νερά
  4. με ένταση μεγάλη, φοβερός, ισχυρός
    τό χαλεπόν τοῦ πνεύματος : η μεγάλη ένταση του ανέμου
  5. δύσκολος στην πρόσβαση, δύσβατος
    χωρία χαλεπά καὶ πετρώδη
  6. (για πρόσωπα) οργίλος, άγριος, αυστηρός, τραχύς, ιδιότροπος, που είναι πολύ δύσκολο να συνεννοηθείς μαζί του
    χαλεπώτεροι πάροικοι, χαλεπός βασιλεύς

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.