χαλεπός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαλεπός χαλεπή χαλεπό
γενική χαλεπού χαλεπής χαλεπού
αιτιατική χαλεπό χαλεπή χαλεπό
κλητική χαλεπέ χαλεπή χαλεπό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαλεποί χαλεπές χαλεπά
γενική χαλεπών χαλεπών χαλεπών
αιτιατική χαλεπούς χαλεπές χαλεπά
κλητική χαλεποί χαλεπές χαλεπά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλεπός < αρχαία ελληνική χαλεπός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.lɛ.ˈpɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαλεπός

  1. δύσκολος, επίπονος
  2. δυσάρεστος, επαχθής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλεπός < ίσως προελληνική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαλεπός, -ή, -όν

  1. ο δύσκολος και περίπλοκος κατά τον ορισμό του Πλάτωνα και του Σιμωνίδη
    ἀλλ᾽ ἐγώ εὖ οἶδ᾽ ὅτι καί Σιμωνίδης τό χαλεπὸν ἔλεγεν ὅπερ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οὐ τό κακόν, ἀλλ᾽ "ὃ ἂν μή ῥᾴδιον ᾖ ἀλλά διά πολλῶν πραγμάτων γίγνηται".
  2. λυπηρός, οδυνηρός, δύσκολος, βαρύς, δυσχερής, που τον αντέχεις δύσκολα, συχνά σε απρόσωπη σύνταξη
    χαλεπόν <ἐστι> τό γῆρας, ὁ μόχθος, ἡ ὀνείδη, χαλεπά τά ἔπεα
    χαλεπόν ληφθῆναι ὁ τόπος : είναι δύσκολο να καταληφθεί αυτή η περιοχή
    τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον: είναι πιο δύσκολο να διατηρήσεις τα πλούτη από το να τα αποκτήσεις
    (Δημοσθένης, Ολυνθιακός Α' @greek-language.gr)
  3. κινδυνώδης, επικίνδυνος
    χαλεποί θεοί ἐναργεῖς φαίνεσθαι : όταν παρουσιάζονται οι θεοί, κάποιος κίνδυνος παραμονεύει
    (Όμηρος, Ιλιάδα, α 131 @greek-language.gr)
    χαλεποί λιμένες, χαλεπή θάλασσα : επικίνδυνα λιμάνια, επικίνδυνα νερά
  4. με ένταση μεγάλη, φοβερός, ισχυρός
    τό χαλεπόν τοῦ πνεύματος : η μεγάλη ένταση του ανέμου
  5. δύσκολος στην πρόσβαση, δύσβατος
    χωρία χαλεπά καὶ πετρώδη
  6. (για πρόσωπα) οργίλος, άγριος, αυστηρός, τραχύς, ιδιότροπος, που είναι πολύ δύσκολο να συνεννοηθείς μαζί του
    χαλεπώτεροι πάροικοι, χαλεπός βασιλεύς

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χαλεπά τά καλά :
  • χαλεπόν ὁ βίος : η ζωή είναι δύσκολη
  • χαλεπώτατα ζῆν: τα φέρνει βόλτα πολύ δύσκολα, σχεδόν δεν τα βγάζει πέρα, μίζερη ζωή
  • χαλεπόν ἐστί μοι: μου είναι δύσκολο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]