χαλεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλεύω < αρχαία ελληνική *χαλεύω, δωρικός τύπος του χηλεύω < χηλή (δωρικός τύπος : χαλά)

Ρήμα[επεξεργασία]

χαλεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

χαλεύω