χαλινάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλινάρι χαλινάρια
γενική χαλιναριού χαλιναριών
αιτιατική χαλινάρι χαλινάρια
κλητική χαλινάρι χαλινάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαλινάρι < μεταγενέστερη ελληνική χαλινάριον < αρχαία ελληνική χαλινός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /xa.li.ˈna.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άλογο με χαλινάρι

χαλινάρι ουδέτερο

  1. τα εξαρτήματα που τοποθετούνται στο κεφάλι και το στόμα του αλόγου ή του γαϊδουριού προκειμένου να βοηθούν τον αναβάτη με λουριά να κατευθύνει το ζώο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γκέμι
  2. (μεταφορικά) ο έλεγχος και η συγκράτηση των ορμών, των παθών, των ενστίκτων

32πχ Μεταφράσεις[]