Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλινάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαλινάρι τα χαλινάρια
      γενική του χαλιναριού των χαλιναριών
    αιτιατική το χαλινάρι τα χαλινάρια
     κλητική χαλινάρι χαλινάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλινάρι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χαλινάριον[1][2] < υποκοριστικό από την αρχαία ελληνική χαλινός[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.liˈna.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαλινάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
άλογο με χαλινάρι

χαλινάρι ουδέτερο

  1. τα εξαρτήματα που τοποθετούνται στο κεφάλι και το στόμα του αλόγου ή του γαϊδουριού προκειμένου να βοηθούν τον αναβάτη με λουριά να κατευθύνει το ζώο
      Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
     συνώνυμα: γκέμι
  2. (μεταφορικά) ο έλεγχος και η συγκράτηση των ορμών, των παθών, των ενστίκτων

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χαλινάρι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. 1 2 χαλινάρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας