χαλινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλινός χαλινοί
γενική χαλινού χαλινών
αιτιατική χαλινό χαλινούς
κλητική χαλινέ χαλινοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλινός < αρχαία ελληνική χαλινός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλινός αρσενικό

  1. η στομίδα που τοποθετείται στο στόμα ενός αλόγου και μαζί με τα ηνία χρησιμοποιείται από τον αναβάτη για να οδηγήσει το ζώο
  2. οτιδήποτε συγκρατεί ή περιορίζει
  3. πτυχή δέρματος που συνδέει δύο όργανα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]