χαλιφάτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλιφάτο χαλιφάτα
γενική χαλιφάτου χαλιφάτων
αιτιατική χαλιφάτο χαλιφάτα
κλητική χαλιφάτο χαλιφάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλιφάτο < χαλίφης + -άτο (όπως πρίγκιπας>πριγκιπάτο, δούκας>δουκάτο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλιφάτο ουδέτερο

  • το σύνολο της εδαφικής έκτασης που συμπίπτει με τη διοικητική περιφέρεια εντός της οποίας ασκεί ο χαλίφης τα ηγεμονικά του καθήκοντα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]