χαλκέντερου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

χαλκέντερου

  1. χαλκέντερος, στη γενική του ενικού
  2. χαλκέντερο, στη γενική του ενικού