χαλκεύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκεύς < αρχαία ελληνική χαλκεύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκεύς αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκεύς < χαλκός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκεύς, -έως αρσενικό

  1. χαλκιάς, χαλκουργός
    μίτρη, τὴν χαλκῆες κάμον ἄνδρες: η ζώνη κατασκευάστηκε από χαλκουργούς (Ομηρος)
  2. σιδηρουργός
    χαλκέας τοὺς τὸν σίδηρον ἐργαζομένους (Αριστοτέλης)
    καὶ ὅπλων ὠνίων, οἵ τε χαλκοτύποι καί οἱ τέκτονες καί οἱ χαλκεῖς καί οἱ σκυτοτόμοι καί οἱ ζωγράφοι πάντες πολεμικά ὅπλα κατεσκεύαζον ὥστε τήν πόλιν ὄντως οἴεσθαι πολέμου ἐργαστήριον εἶναι. (Ξενοφών)


Συνώνυμα[επεξεργασία]