χαλκεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκεύω < αρχαία ελληνική χαλκεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xal.ˈcɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαλκεύω

  1. κατασκευάζω κάτι χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το χαλκό
  2. (μεταφορικά) δημιουργώ, πλάθω
  3. (μεταφορικά) κατηγορώ κάποιον, πλάθοντας σκευωρίες εναντίον του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκευωρώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκεύω < αρχαία ελληνική χαλκεύς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαλκεύω

  1. επεξεργάζομαι το χαλκό
  2. κάνω το επάγγελμα του χαλκέα
  3. (μεταφορικά) δημιουργώ, κατασκευάζω
  4. πλαστογραφώ